διασωστής

διασωσ-τής, οῦ, ,
A policeman, Just.Nov.130.1.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διασωστής — διασωστής, ο (Μ) αυτός που περιφρουρεί την ασφάλεια τών πολιτών, ο αστυφύλακας …   Dictionary of Greek

  • διασώστης — ο (θηλ. διασώστρια, η) (Μ διασώστης, ο θηλ. διασώστρια, η) αυτός που διασώζει, απαλλάσσει κάποιον από όλεθρο …   Dictionary of Greek

  • διασωσταῖς — διασωστής policeman masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασωστῶν — διασωστής policeman masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.